Αν και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι δε μου αρέσουν οι ταμπέλες, μερικές φορές αυτό μου είναι απλά αδύνατο. Ο όρος φεστιβαλική ταινία έχει συνυφανθεί με αργούς ρυθμούς, συνήθως δραματικό ύφος, άγνωστους ή ακόμα και ερασιτέχνες ηθοποιούς, και γενικότερα μικρές παραγωγές, ελάχιστες από τις οποίες βρίσκουν το δρόμο για μια έστω περιορισμένη διανομή, ειδικά στην Ελλάδα. Ακριβώς αυτή ταμπέλα κρέμεται στο λαιμό του μεξικάνικου Las Horas Muertas, το οποίο χωρίς να έχει τα μεγάλα βραβεία ή τη παγκόσμια αναγνώριση στη βαλίτσα της, κάπως κατάφερε και τρούπωσε στο καλεντάρι της Strada Films. Για να δούμε αν της αξίζει.

 

Μια φορά κι ένα καιρό λοιπόν, ήταν ένας γαμησ…ένα απομονωμένο love hotel κοντά σε μια παραλία της Βερακρούζ του Μεξικού. Ένα ιατρικό επείγον αναγκάζει τον ιδιοκτήτη να φύγει, αφήνοντας στο πόδι του τον 17χρονο ανιψιό του Sebastian. Ο νεαρός αρπάζει την ευκαιρία για ένα χαρτζιλίκι, μιας και η δουλειά είναι εύκολη. Με ευγένεια και διακριτικότητα, οδηγεί τα ζευγαράκια στα δωμάτιά τους και όταν φεύγουν αλλάζει τα σεντόνια. Οι ώρες περνούν δύσκολα και βαρετά και μοναδική του παρέα είναι ένας πιτσιρικάς στο απέναντι πεζοδρόμιο που πουλάει καρύδες. Μία από τους συχνούς θαμώνες του ξενοδοχείου είναι η Miranda, μια 30άρα όμορφη μεσίτρια που έρχεται για να βγάλει τα μάτια της με τον παντρεμένο εραστή της. Όταν μια μέρα εκείνος τη στήνει, η Miranda περιμένοντάς τον ανοίγει κουβέντα με τον Sebastian και ξαφνικά οι δυο μοναξιές έρχονται πιο κοντά.



Το Las Horas Muertas είναι μια λυρική ιστορία ενηλικίωσης με ήρωα ένα αγόρι χωρίς -γνωστό- παρελθόν που τον ρίχνουν στο στόμα του λύκου. Μακριά από ωραιοποιήσεις και γλυκερούς ρομαντισμούς, ο Sebastian είναι ένα παλικαράκι που του βουτάνε το δάχτυλο στο μέλι και φυσικά αδυνατεί να μη το γλείψει. Σε ένα παραμελημένα εξωτικό τοπίο που μοιάζει λες και το ξέχασε ο χρόνος, οι μοναξιές των δύο πρωταγωνιστών μοιάζουν καταδικασμένες να έρθουν κοντά, παρότι τους χωρίζουν καμιά δεκαπενταριά χρόνια.



Το coming-of-age κομμάτι της ταινίας χαρακτηρίζεται από μια ρεαλιστική απλότητα που προκαλεί το ενδιαφέρον του θεατή. Το πρόβλημα είναι όμως ότι για να φτάσουμε εκεί πρέπει πρώτα να υπομείνουμε ένα 40λεπτο, για να μη παραπάνω, εκνευριστικής καθημερινότητας. Σαν τίτλοι σειράς βιβλίων, παρακολουθούμε τον Sebastian να παίζει με καπάκια, τον Sebastian να αλλάζει σεντόνια και να μαζεύει τα χρησιμοποιημένα προφυλακτικά από τα πατώματα των δωματίων, τον Sebastian να αγοράζει καρύδες, τον Sebastian να ψάχνει καμαριέρα κ.ο.κ. Παρότι η φωτογραφία του Javier Morón κάνει ότι μπορεί για να καταγράψει ικανοποιητικά των παραπαίοντα παράδεισο, η σκηνοθεσία και το σενάριο του Aarón Fernández Lesur μοιάζουν να μην έχουν τι να πουν.



Το Las Horas Muertas είναι μια ταινία που παρακολουθείται δύσκολα. Είναι τόσο βασανιστικά αργή και σε σημεία αποπροσανατολισμένη που στο πρώτη της μέρος θα βλέπετε πιο συχνά το ρολόι σας παρά την οθόνη. Είναι ταινία για πολύ συγκεκριμένο κοινό, το οποίο βρίσκει ενδιαφέρον να κρυφοκοιτάζει από τη κλειδαρότρυπα την βαρετή καθημερινότητα. Καλώς ή κακώς, δεν ανήκω σε αυτή τη κατηγορία. Καλό το coming of age κομμάτι της αλλά δε φτάνει. Αν δε ξημεροβραδιάζεστε στις κινηματογραφικές λέσχες και “σινεφίλ” φεστιβάλ, καλύτερα προσπεράστε.

 LAS HORAS MUERTAS







4,5/10



Αλέξανδρος Κυριαζής


Δημοσίευση σχολίου